γεράοχος


γεράοχος
γερά-οχος, Ehre habend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • γεραόχος — γεραόχος, ον (Μ) αυτός που κατέχει τιμητικά προνόμια. [ΕΤΥΜΟΛ. < γέρας + οχος < έχω] …   Dictionary of Greek

  • γεραόχους — γεραόχος holder of privilege masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεραόχων — γεραόχος holder of privilege masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.